Το AKP του Erdogan φέρνει νόμο-σοκ στη Βουλή που γκριζάρει το Αιγαίο και μετατρέπει τη Μεσόγειο σε τουρκική λίμνη – Καμία δραστηριότητα χωρίς την άδεια της Άγκυρας!
Σε μια κίνηση που ισοδυναμεί με σφοδρό πλήγμα στα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας προχωρά η Τουρκία, την ώρα που η Αθήνα θυμήθηκε να καθαρίσει τους στάβλους της ΕΟΚ, του Χωριάτικου και της Pizza Fan!
Το τουρκικό κυβερνών Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP) βάζει την τελική ευθεία το πιο επιθετικό σχέδιο των τελευταίων δεκαετιών: τη νομοθετική κατοχύρωση της «Γαλάζιας Πατρίδας»...
Σύμφωνα με αποκαλυπτικό δημοσίευμα της Buse Gençtürk στο Habertürk, το επιτελείο Erdogan ετοιμάζεται να καταθέσει στη Βουλή πριν από το τέλος του έτους ένα νομοσχέδιο-καταπέλτη.
Το κείμενο, που θα αρχίσει να γράφεται τον Νοέμβριο, δεν αφήνει κανένα περιθώριο αμφισβήτησης: η Άγκυρα επιχειρεί να επιβάλει διά νόμου τη θαλάσσια ηγεμονία της σε Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο!
Στρατηγική παγίδα: 6 μίλια στο Αιγαίο, 12 στη Μεσόγειο!
Ο νέος κανονισμός θεσπίζει αυθαίρετα και μονομερώς τα όρια των θαλάσσιων ζωνών της Τουρκίας.
Η Άγκυρα ορίζει τα δικά της χωρικά ύδατα στα 6 ναυτικά μίλια στο Αιγαίο Πέλαγος, εγκλωβίζοντας οριστικά την Ελλάδα και απαγορεύοντάς της στην πράξη την επέκταση στα 12 μίλια.
Την ίδια στιγμή, η Τουρκία επεκτείνει τα δικά της χωρικά ύδατα στα 12 ναυτικά μίλια στη Μαύρη Θάλασσα και τη Μεσόγειο, δημιουργώντας μια αδιάσπαστη ναυτική τανάλια!
Ως εκ τούτου, με το νέο νομοθέτημα, οποιαδήποτε οικονομική, επιστημονική ή περιβαλλοντική δραστηριότητα στην Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ) που σφετερίζεται η Τουρκία θα απαιτεί την έγκριση της Άγκυρας!
Οποιαδήποτε έρευνα στον βυθό, οποιαδήποτε πόντιση καλωδίων, εξόρυξη ή επιστημονική μελέτη στο υπέδαφος της ελληνικής υφαλοκρηπίδας, θα περνάει υποχρεωτικά από το τουρκικό «βέτο».
Οι Έλληνες κινδυνεύουν να ζητούν την άδεια του Erdogan ακόμα και για να κολυμπήσουν στα ελληνικά νερά!
Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, το νομοσχέδιο-εκτοπισμός περιλαμβάνει τον επίσημο νομικό ορισμό των βράχων και βραχονησίδων, εισάγοντας τις διαβόητες «γκρίζες ζώνες» απευθείας στο τουρκικό δίκαιο με πρόσχημα το διεθνές ναυτικό δίκαιο!
Η Τουρκία ετοιμάζεται να νομιμοποιήσει τις διεκδικήσεις της πάνω σε ελληνικό έδαφος, αμφισβητώντας ευθέως την ελληνικότητα δεκάδων νησίδων.
Η ωρολογιακή βόμβα στο Αιγαίο έχει ήδη ενεργοποιηθεί. Το ερώτημα είναι ένα και καίει: Θα συνεχίσει η Αθήνα να παρακολουθεί ως απλός θεατής το οριστικό θάψιμο των εθνικών μας συμφερόντων;

Στο μεταξύ, ο Recep Tayyip Erdoğan δήλωσε τη Δευτέρα 26/10 ότι οι αντιδράσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης και άλλων πλευρών σχετικά με την έγκριση του τουρκολιβυκού μνημονίου από το κοινοβούλιο της Λιβύης δεν έχουν καμία νομική βάση, υπερασπιζόμενος την πολιτική της Άγκυρας στην Ανατολική Μεσόγειο.
«Δεν επιδιώκουμε να "σκοράρουμε" εις βάρος κανενός στην Ανατολική Μεσόγειο», δήλωσε ο Erdoğan, προσθέτοντας ότι όσοι επιχειρούν να αποκλείσουν την Τουρκία από την περιοχή οφείλουν να σεβαστούν τη βούληση της Τουρκίας και της Λιβύης.
Ειδικότερα, σύμφωνα με το Anadolu, ο Erdoğan ανέφερε:
«Ως Τουρκία, δεν επιθυμούμε πλέον να βλέπουμε διχασμό ή διχόνοια στη Λιβύη ή σε οποιαδήποτε άλλη ισλαμική χώρα. [...] Δεν προσπαθούμε, να το πω έτσι, να "σκοράρουμε" εις βάρος κανενός στην Ανατολική Μεσόγειο. Το μόνο που μας ενδιαφέρει είναι η προστασία των δικαιωμάτων μας στη θαλάσσια δικαιοδοσία και των συμφερόντων μας. Επαναλαμβάνω σε όσους επιχειρούν να αποκλείσουν την Τουρκία από την Ανατολική Μεσόγειο ότι αναμένουμε σεβασμό στην κοινή βούληση της χώρας μας και της Λιβύης. Θεωρώ πολύτιμο για την τουρκική εξωτερική πολιτική και το μέλλον της τουρκικής πολιτικής σκηνής το γεγονός ότι πολιτικοί που μας ασκούσαν σκληρή κριτική για τη συμφωνία, λέγοντας "τι γυρεύουμε στη Λιβύη;", έχουν πλέον φτάσει στο σημείο να αναγνωρίζουν τα δικαιώματά μας».
Το κοινοβούλιο της Λιβύης, με έδρα την ανατολική Λιβύη, ενέκρινε στις 20 Οκτωβρίου τη συμφωνία του 2019 με την Τουρκία, ανατρέποντας την πολυετή αντίθεσή του σε αυτήν. Η Ελλάδα και η Ευρωπαϊκή Ένωση απέρριψαν την κίνηση αυτή, τονίζοντας ότι η συμφωνία παραβιάζει τα κυριαρχικά δικαιώματα άλλων κρατών και το διεθνές δίκαιο.
«Στην πολιτική και στην εξωτερική πολιτική, η μόνη μας πυξίδα είναι τα συμφέροντα της Τουρκίας. Ακόμη και αν αυτό σημαίνει ότι θα πληρώσουμε ένα τίμημα, δεν θα διστάσουμε ποτέ να κάνουμε ό,τι είναι σωστό και επωφελές για την Τουρκία και τον τουρκικό λαό», πρόσθεσε ο Erdoğan, σύμφωνα με το πρακτορείο Anadolu.
Το τουρκικό αφήγημα
Για πολλά χρόνια, σύμφωνα με την τουρκική αφήγηση, η Τουρκία, παρά το γεγονός ότι βρέχεται από τρεις πλευρές από θάλασσα, παρέμενε ουσιαστικά αποκομμένη από τη θαλάσσια ισχύ που θεωρούσε ότι της αναλογούσε.
Η Μαύρη Θάλασσα, το Αιγαίο Πέλαγος και η Μεσόγειος δεν αποτελούσαν απλώς γεωγραφικά όρια, αλλά χώρους εμπορίου, ασφάλειας και προβολής ισχύος.
Ωστόσο, οι πόλεμοι, οι εδαφικές απώλειες και η οικονομική κατάρρευση κατά την ύστερη οθωμανική περίοδο και τα χρόνια που ακολούθησαν, σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, περιόρισαν σημαντικά τη θαλάσσια επιρροή της Τουρκίας.
Η έννοια που σήμερα αποκαλείται «Γαλάζια Πατρίδα» δεν παρουσιάζεται από τους υποστηρικτές της ως μια πολιτική που εμφανίστηκε ξαφνικά τα τελευταία χρόνια.
Αντιθέτως, προβάλλεται ως το αποτέλεσμα μιας μακρόχρονης συζήτησης για την εθνική ασφάλεια, η οποία, σύμφωνα με την τουρκική αφήγηση, εκτείνεται περίπου σε έναν αιώνα.
Η ιστορία αυτή τοποθετείται, σε μεγάλο βαθμό, στην περίοδο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Μετά την ήττα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η χώρα δεν έχασε μόνο εδάφη, αλλά περιορίστηκε σημαντικά και η επιρροή της στη θάλασσα.
Πολλά νησιά του Αιγαίου πέρασαν υπό διαφορετικό καθεστώς κυριαρχίας, ενώ η ναυτική παρουσία της Βρετανίας και της Γαλλίας κυριαρχούσε σε μεγάλο μέρος της Μεσογείου.
Η νεοσύστατη Τουρκική Δημοκρατία επικεντρώθηκε αρχικά στην εδραίωση της κρατικής της υπόστασης.
Η ασφάλεια των χερσαίων συνόρων, η οικονομική ανασυγκρότηση και η εσωτερική σταθερότητα αποτέλεσαν τις βασικές προτεραιότητες του νέου κράτους.
Η Συνθήκη της Λωζάνης, που υπογράφηκε το 1923, καθόρισε σε μεγάλο βαθμό το πλαίσιο των σχέσεων της Τουρκίας με τους γείτονές της.
Ωστόσο, οι σημερινές διαμάχες για τη θαλάσσια δικαιοδοσία δεν είχαν τότε αποκτήσει την ίδια στρατηγική και οικονομική βαρύτητα που έχουν σήμερα.
Τα μεγάλα ενεργειακά κοιτάσματα της Ανατολικής Μεσογείου, τα οποία βρίσκονται πλέον στο επίκεντρο των γεωπολιτικών ανταγωνισμών, δεν είχαν ακόμη ανακαλυφθεί.
Για δεκαετίες, η Τουρκία αντιμετώπιζε τη θάλασσα κυρίως ως εμπορική και μεταφορική οδό.
Η προσέγγιση αυτή, σύμφωνα με την τουρκική αφήγηση, άρχισε να αλλάζει με την κλιμάκωση του Κυπριακού ζητήματος.
Από τη δεκαετία του 1950 και μετά, καθώς το Κυπριακό αποκτούσε ολοένα μεγαλύτερη ένταση, η Άγκυρα άρχισε να αντιλαμβάνεται τη θαλάσσια ασφάλεια ως αναπόσπαστο μέρος της εθνικής της άμυνας.
Η τουρκική στρατιωτική επέμβαση στην Κύπρο το 1974 αποτέλεσε, σύμφωνα με αυτή την οπτική, σημείο καμπής. Το τουρκικό ναυτικό ανέλαβε σημαντικό επιχειρησιακό ρόλο και ενισχύθηκε η αντίληψη ότι η Τουρκία έπρεπε να διαθέτει ισχυρή παρουσία όχι μόνο στην ξηρά, αλλά και στη θάλασσα.
Τα επόμενα χρόνια, οι εντάσεις μεταφέρθηκαν με μεγαλύτερη ένταση στο Αιγαίο.
Η Τουρκία και η Ελλάδα διαφώνησαν και εξακολουθούν να διαφωνούν για ζητήματα όπως η υφαλοκρηπίδα, η οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών, ο εναέριος χώρος και το καθεστώς ορισμένων νησιών.
Η τουρκική πλευρά υποστηρίζει ότι η αναγνώριση εκτεταμένων θαλάσσιων ζωνών στα ελληνικά νησιά θα περιόριζε υπέρμετρα την πρόσβασή της στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η συγκεκριμένη θέση αποτελεί βασικό στοιχείο της τουρκικής επιχειρηματολογίας, αλλά δεν συνιστά ουδέτερη αποτύπωση του διεθνούς δικαίου ή των ελληνικών θέσεων.
Η κρίση των Ιμίων, γνωστή στην Τουρκία ως κρίση Kardak, το 1996 έφερε τις δύο χώρες στα πρόθυρα ένοπλης σύγκρουσης.
Στην τουρκική στρατηγική αφήγηση, η κρίση αυτή παρουσιάζεται ως απόδειξη ότι το Αιγαίο και η Μεσόγειος δεν αποτελούν απλώς πεδία διπλωματικής αντιπαράθεσης, αλλά κρίσιμους χώρους εθνικής ασφάλειας.
Κατά τη δεκαετία του 2000, η κατάσταση μεταβλήθηκε περαιτέρω.
Η ανακάλυψη σημαντικών κοιτασμάτων φυσικού αερίου στην Ανατολική Μεσόγειο προσέδωσε νέα οικονομική και γεωπολιτική διάσταση στην περιοχή.
Το ενδιαφέρον στράφηκε στην ενεργειακή αξιοποίηση των κοιτασμάτων, ενώ ενισχύθηκαν οι συνεργασίες μεταξύ του Ισραήλ, της Αιγύπτου, της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ελλάδας.
Η Άγκυρα αντιμετώπισε αυτές τις εξελίξεις ως ένδειξη ότι κινδύνευε να μείνει εκτός των νέων ενεργειακών σχεδιασμών.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η έννοια της «Γαλάζιας Πατρίδας» άρχισε να αποκτά μεγαλύτερη προβολή.
Κεντρική μορφή στην ανάπτυξη και προώθηση της συγκεκριμένης στρατηγικής υπήρξε ο Cem Gürdeniz.
Η βασική ιδέα της «Γαλάζιας Πατρίδας» είναι ότι η Τουρκία πρέπει να υπερασπίζεται όχι μόνο τα χερσαία σύνορά της, αλλά και τα θαλάσσια συμφέροντα και τις διεκδικήσεις της.
Σύμφωνα με τους υποστηρικτές της, το ζήτημα δεν περιορίζεται στην αποστολή πολεμικών πλοίων ή στη στρατιωτική παρουσία σε συγκεκριμένες περιοχές.
Οι ενεργειακοί αγωγοί, τα αποθέματα φυσικού αερίου, οι εμπορικές θαλάσσιες οδοί και οι στρατιωτικές ισορροπίες συνδέονται πλέον άμεσα με τον έλεγχο και την αξιοποίηση της θάλασσας.
Ένα από τα σημαντικότερα βήματα αυτής της πολιτικής ήταν το μνημόνιο οριοθέτησης θαλάσσιων ζωνών που υπέγραψαν η Τουρκία και η κυβέρνηση της Τρίπολης στη Λιβύη το 2019.
Με αυτή την κίνηση, η Άγκυρα επιδίωξε να ενισχύσει τη θέση της στην Ανατολική Μεσόγειο και να καταστήσει σαφές ότι δεν προτίθεται να αποδεχθεί τους περιφερειακούς ενεργειακούς σχεδιασμούς χωρίς τη δική της συμμετοχή.
Η συμφωνία αμφισβητείται έντονα από την Ελλάδα και άλλες πλευρές, ενώ η νομιμότητα και η επίδρασή της στις θαλάσσιες οριοθετήσεις αποτελούν αντικείμενο διεθνούς διαμάχης.
Στη συνέχεια, τουρκικά ερευνητικά και γεωτρύπανα άρχισαν να δραστηριοποιούνται στην ευρύτερη περιοχή. Πλοία όπως τα Oruç Reis και Fatih απέκτησαν, πέρα από τον τεχνικό τους ρόλο, και συμβολική πολιτική σημασία, καθώς χρησιμοποιήθηκαν ως μέσα προβολής της τουρκικής παρουσίας και των διεκδικήσεων της Άγκυρας.
Τα τελευταία χρόνια, η «Γαλάζια Πατρίδα» δεν παρουσιάζεται πλέον μόνο ως μια θεωρητική προσέγγιση ή ως μια σειρά χαρτών. Η Τουρκία επιδιώκει να την εφαρμόσει στην πράξη, συνδέοντάς την με την ανάπτυξη των ενόπλων δυνάμεων, τη ναυτική τεχνολογία και την αμυντική βιομηχανία.
Ένα από τα παραδείγματα που προβάλλονται στο πλαίσιο αυτής της στρατηγικής είναι η άσκηση EFES-2026.
Η άσκηση παρουσιάζεται από την τουρκική πλευρά ως μία από τις σημαντικότερες στρατιωτικές διοργανώσεις της, με τη συμμετοχή χερσαίων, αεροπορικών, ναυτικών δυνάμεων και μονάδων ειδικών επιχειρήσεων.
Σύμφωνα με τη σχετική αφήγηση, περιλαμβάνει αμφίβιες επιχειρήσεις, συστήματα αντιμετώπισης μη επανδρωμένων αεροσκαφών, UAV και αμυντικές τεχνολογίες εγχώριας παραγωγής. Η αναφερόμενη συμμετοχή 45 χωρών προβάλλεται ως ένδειξη της διεθνούς στρατιωτικής συνεργασίας της Τουρκίας.
Το μήνυμα που επιχειρεί να εκπέμψει η Άγκυρα είναι σαφές: δεν επιθυμεί να περιορίζεται στην προστασία των ακτών της, αλλά επιδιώκει να αποκτήσει τη δυνατότητα ευρύτερης προβολής στρατιωτικής ισχύος στη θάλασσα.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις επιχειρησιακές δυνατότητες του πλοίου TCG Anadolu. Η χρήση του ως πλατφόρμας για μη επανδρωμένα αεροσκάφη, όπως τα TB-3, προβάλλεται ως ένδειξη ότι η Τουρκία επιχειρεί να υιοθετήσει ένα νέο μοντέλο ναυτικού πολέμου, στο οποίο τα μη επανδρωμένα συστήματα αποκτούν ολοένα σημαντικότερο ρόλο.
Παράλληλα, ο μετασχηματισμός της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας αποτελεί βασικό στοιχείο της στρατηγικής της «Γαλάζιας Πατρίδας».
Ενώ στο παρελθόν η Τουρκία εξαρτιόταν σε αρκετούς τομείς από ξένες προμήθειες, μεταξύ άλλων για πολεμικά πλοία, ραντάρ και οπλικά συστήματα, σήμερα επιχειρεί να ενισχύσει την εγχώρια παραγωγή και την τεχνολογική της αυτονομία. Εταιρείες όπως οι ASELSAN, STM, ROKETSAN και BAYKAR αναπτύσσουν συστήματα που προορίζονται τόσο για τις τουρκικές ένοπλες δυνάμεις όσο και για εξαγωγές.
Τα συστήματα μη επανδρωμένων αεροσκαφών, οι τεχνολογίες αντιμετώπισης drones και τα πολεμικά πλοία εγχώριας σχεδίασης εντάσσονται σε αυτή την προσπάθεια. Στο ίδιο πλαίσιο, ιδιαίτερη προβολή δίνεται στα συστήματα σμήνους KARGU, που αναπτύσσει η STM, καθώς και στις νέες ναυτικές πλατφόρμες που ενισχύουν τις επιχειρησιακές δυνατότητες της χώρας.
Η τουρκική αφήγηση συνδέει, επίσης, τις νομοθετικές και θεσμικές πρωτοβουλίες στον τομέα της άμυνας και της θαλάσσιας ασφάλειας με την εδραίωση της «Γαλάζιας Πατρίδας» ως ευρύτερης κρατικής στρατηγικής. Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, η Τουρκία δεν επιδιώκει πλέον μόνο την ενίσχυση της στρατιωτικής της ισχύος, αλλά και τον συντονισμό της ενεργειακής ασφάλειας, του θαλάσσιου εμπορίου, της κυβερνοασφάλειας και των αμυντικών τεχνολογιών.
Η κεντρική θέση της Άγκυρας είναι ότι, στον 21ο αιώνα, οι συγκρούσεις δεν θα περιορίζονται στα χερσαία σύνορα. Οι ενεργειακοί διάδρομοι, οι θαλάσσιες οδοί, οι υποδομές δεδομένων και τα μη επανδρωμένα συστήματα αναμένεται να διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο στους μελλοντικούς γεωπολιτικούς ανταγωνισμούς.
Αυτή είναι η βασική ιδέα που επιχειρεί να προωθήσει η τουρκική προπαγάνδα μέσα από το αφήγημα της «Γαλάζιας Πατρίδας»: ότι η θαλάσσια ισχύς αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εθνική ασφάλεια, την οικονομική ανάπτυξη και τη διεθνή επιρροή της Τουρκίας.
Έτσι, ένα ερευνητικό ή γεωτρητικό πλοίο στην Ανατολική Μεσόγειο, μια στρατιωτική άσκηση στο Αιγαίο ή ένα πολεμικό πλοίο εγχώριας κατασκευής παρουσιάζονται ως τμήματα ενός ενιαίου στρατηγικού σχεδίου και όχι ως μεμονωμένα γεγονότα.
Το τελικό μήνυμα της συγκεκριμένης αφήγησης είναι ότι η Τουρκία, έπειτα από μια μακρά περίοδο κατά την οποία φέρεται να είχε παραμελήσει τη θαλάσσια διάσταση της ισχύος της, επιστρέφει δυναμικά στη θάλασσα.
Αυτό, όμως, είναι το αφήγημα της τουρκικής προπαγάνδας. Η παρουσίασή του δεν πρέπει να συγχέεται με την αποδοχή των τουρκικών διεκδικήσεων ως νόμιμων ή τεκμηριωμένων. Η «Γαλάζια Πατρίδα» αποτελεί στρατηγική και πολιτική αντίληψη της Τουρκίας, η οποία συνδέεται με υπαρκτούς γεωπολιτικούς ανταγωνισμούς, αλλά και με αμφισβητούμενες θαλάσσιες διεκδικήσεις που επηρεάζουν άμεσα τις σχέσεις της με την Ελλάδα και την Κυπριακή Δημοκρατία.
www.bankingnews.gr
Το τουρκικό κυβερνών Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP) βάζει την τελική ευθεία το πιο επιθετικό σχέδιο των τελευταίων δεκαετιών: τη νομοθετική κατοχύρωση της «Γαλάζιας Πατρίδας»...
Σύμφωνα με αποκαλυπτικό δημοσίευμα της Buse Gençtürk στο Habertürk, το επιτελείο Erdogan ετοιμάζεται να καταθέσει στη Βουλή πριν από το τέλος του έτους ένα νομοσχέδιο-καταπέλτη.
Το κείμενο, που θα αρχίσει να γράφεται τον Νοέμβριο, δεν αφήνει κανένα περιθώριο αμφισβήτησης: η Άγκυρα επιχειρεί να επιβάλει διά νόμου τη θαλάσσια ηγεμονία της σε Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο!
Στρατηγική παγίδα: 6 μίλια στο Αιγαίο, 12 στη Μεσόγειο!
Ο νέος κανονισμός θεσπίζει αυθαίρετα και μονομερώς τα όρια των θαλάσσιων ζωνών της Τουρκίας.
Η Άγκυρα ορίζει τα δικά της χωρικά ύδατα στα 6 ναυτικά μίλια στο Αιγαίο Πέλαγος, εγκλωβίζοντας οριστικά την Ελλάδα και απαγορεύοντάς της στην πράξη την επέκταση στα 12 μίλια.
Την ίδια στιγμή, η Τουρκία επεκτείνει τα δικά της χωρικά ύδατα στα 12 ναυτικά μίλια στη Μαύρη Θάλασσα και τη Μεσόγειο, δημιουργώντας μια αδιάσπαστη ναυτική τανάλια!
Ως εκ τούτου, με το νέο νομοθέτημα, οποιαδήποτε οικονομική, επιστημονική ή περιβαλλοντική δραστηριότητα στην Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ) που σφετερίζεται η Τουρκία θα απαιτεί την έγκριση της Άγκυρας!
Οποιαδήποτε έρευνα στον βυθό, οποιαδήποτε πόντιση καλωδίων, εξόρυξη ή επιστημονική μελέτη στο υπέδαφος της ελληνικής υφαλοκρηπίδας, θα περνάει υποχρεωτικά από το τουρκικό «βέτο».
Οι Έλληνες κινδυνεύουν να ζητούν την άδεια του Erdogan ακόμα και για να κολυμπήσουν στα ελληνικά νερά!
Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, το νομοσχέδιο-εκτοπισμός περιλαμβάνει τον επίσημο νομικό ορισμό των βράχων και βραχονησίδων, εισάγοντας τις διαβόητες «γκρίζες ζώνες» απευθείας στο τουρκικό δίκαιο με πρόσχημα το διεθνές ναυτικό δίκαιο!
Η Τουρκία ετοιμάζεται να νομιμοποιήσει τις διεκδικήσεις της πάνω σε ελληνικό έδαφος, αμφισβητώντας ευθέως την ελληνικότητα δεκάδων νησίδων.
Η ωρολογιακή βόμβα στο Αιγαίο έχει ήδη ενεργοποιηθεί. Το ερώτημα είναι ένα και καίει: Θα συνεχίσει η Αθήνα να παρακολουθεί ως απλός θεατής το οριστικό θάψιμο των εθνικών μας συμφερόντων;

Στο μεταξύ, ο Recep Tayyip Erdoğan δήλωσε τη Δευτέρα 26/10 ότι οι αντιδράσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης και άλλων πλευρών σχετικά με την έγκριση του τουρκολιβυκού μνημονίου από το κοινοβούλιο της Λιβύης δεν έχουν καμία νομική βάση, υπερασπιζόμενος την πολιτική της Άγκυρας στην Ανατολική Μεσόγειο.
«Δεν επιδιώκουμε να "σκοράρουμε" εις βάρος κανενός στην Ανατολική Μεσόγειο», δήλωσε ο Erdoğan, προσθέτοντας ότι όσοι επιχειρούν να αποκλείσουν την Τουρκία από την περιοχή οφείλουν να σεβαστούν τη βούληση της Τουρκίας και της Λιβύης.
Ειδικότερα, σύμφωνα με το Anadolu, ο Erdoğan ανέφερε:
«Ως Τουρκία, δεν επιθυμούμε πλέον να βλέπουμε διχασμό ή διχόνοια στη Λιβύη ή σε οποιαδήποτε άλλη ισλαμική χώρα. [...] Δεν προσπαθούμε, να το πω έτσι, να "σκοράρουμε" εις βάρος κανενός στην Ανατολική Μεσόγειο. Το μόνο που μας ενδιαφέρει είναι η προστασία των δικαιωμάτων μας στη θαλάσσια δικαιοδοσία και των συμφερόντων μας. Επαναλαμβάνω σε όσους επιχειρούν να αποκλείσουν την Τουρκία από την Ανατολική Μεσόγειο ότι αναμένουμε σεβασμό στην κοινή βούληση της χώρας μας και της Λιβύης. Θεωρώ πολύτιμο για την τουρκική εξωτερική πολιτική και το μέλλον της τουρκικής πολιτικής σκηνής το γεγονός ότι πολιτικοί που μας ασκούσαν σκληρή κριτική για τη συμφωνία, λέγοντας "τι γυρεύουμε στη Λιβύη;", έχουν πλέον φτάσει στο σημείο να αναγνωρίζουν τα δικαιώματά μας».
Το κοινοβούλιο της Λιβύης, με έδρα την ανατολική Λιβύη, ενέκρινε στις 20 Οκτωβρίου τη συμφωνία του 2019 με την Τουρκία, ανατρέποντας την πολυετή αντίθεσή του σε αυτήν. Η Ελλάδα και η Ευρωπαϊκή Ένωση απέρριψαν την κίνηση αυτή, τονίζοντας ότι η συμφωνία παραβιάζει τα κυριαρχικά δικαιώματα άλλων κρατών και το διεθνές δίκαιο.
«Στην πολιτική και στην εξωτερική πολιτική, η μόνη μας πυξίδα είναι τα συμφέροντα της Τουρκίας. Ακόμη και αν αυτό σημαίνει ότι θα πληρώσουμε ένα τίμημα, δεν θα διστάσουμε ποτέ να κάνουμε ό,τι είναι σωστό και επωφελές για την Τουρκία και τον τουρκικό λαό», πρόσθεσε ο Erdoğan, σύμφωνα με το πρακτορείο Anadolu.
Το τουρκικό αφήγημα
Για πολλά χρόνια, σύμφωνα με την τουρκική αφήγηση, η Τουρκία, παρά το γεγονός ότι βρέχεται από τρεις πλευρές από θάλασσα, παρέμενε ουσιαστικά αποκομμένη από τη θαλάσσια ισχύ που θεωρούσε ότι της αναλογούσε.
Η Μαύρη Θάλασσα, το Αιγαίο Πέλαγος και η Μεσόγειος δεν αποτελούσαν απλώς γεωγραφικά όρια, αλλά χώρους εμπορίου, ασφάλειας και προβολής ισχύος.
Ωστόσο, οι πόλεμοι, οι εδαφικές απώλειες και η οικονομική κατάρρευση κατά την ύστερη οθωμανική περίοδο και τα χρόνια που ακολούθησαν, σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, περιόρισαν σημαντικά τη θαλάσσια επιρροή της Τουρκίας.
Η έννοια που σήμερα αποκαλείται «Γαλάζια Πατρίδα» δεν παρουσιάζεται από τους υποστηρικτές της ως μια πολιτική που εμφανίστηκε ξαφνικά τα τελευταία χρόνια.
Αντιθέτως, προβάλλεται ως το αποτέλεσμα μιας μακρόχρονης συζήτησης για την εθνική ασφάλεια, η οποία, σύμφωνα με την τουρκική αφήγηση, εκτείνεται περίπου σε έναν αιώνα.
Η ιστορία αυτή τοποθετείται, σε μεγάλο βαθμό, στην περίοδο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Μετά την ήττα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η χώρα δεν έχασε μόνο εδάφη, αλλά περιορίστηκε σημαντικά και η επιρροή της στη θάλασσα.
Πολλά νησιά του Αιγαίου πέρασαν υπό διαφορετικό καθεστώς κυριαρχίας, ενώ η ναυτική παρουσία της Βρετανίας και της Γαλλίας κυριαρχούσε σε μεγάλο μέρος της Μεσογείου.
Η νεοσύστατη Τουρκική Δημοκρατία επικεντρώθηκε αρχικά στην εδραίωση της κρατικής της υπόστασης.
Η ασφάλεια των χερσαίων συνόρων, η οικονομική ανασυγκρότηση και η εσωτερική σταθερότητα αποτέλεσαν τις βασικές προτεραιότητες του νέου κράτους.
Η Συνθήκη της Λωζάνης, που υπογράφηκε το 1923, καθόρισε σε μεγάλο βαθμό το πλαίσιο των σχέσεων της Τουρκίας με τους γείτονές της.
Ωστόσο, οι σημερινές διαμάχες για τη θαλάσσια δικαιοδοσία δεν είχαν τότε αποκτήσει την ίδια στρατηγική και οικονομική βαρύτητα που έχουν σήμερα.
Τα μεγάλα ενεργειακά κοιτάσματα της Ανατολικής Μεσογείου, τα οποία βρίσκονται πλέον στο επίκεντρο των γεωπολιτικών ανταγωνισμών, δεν είχαν ακόμη ανακαλυφθεί.
Για δεκαετίες, η Τουρκία αντιμετώπιζε τη θάλασσα κυρίως ως εμπορική και μεταφορική οδό.
Η προσέγγιση αυτή, σύμφωνα με την τουρκική αφήγηση, άρχισε να αλλάζει με την κλιμάκωση του Κυπριακού ζητήματος.
Από τη δεκαετία του 1950 και μετά, καθώς το Κυπριακό αποκτούσε ολοένα μεγαλύτερη ένταση, η Άγκυρα άρχισε να αντιλαμβάνεται τη θαλάσσια ασφάλεια ως αναπόσπαστο μέρος της εθνικής της άμυνας.
Η τουρκική στρατιωτική επέμβαση στην Κύπρο το 1974 αποτέλεσε, σύμφωνα με αυτή την οπτική, σημείο καμπής. Το τουρκικό ναυτικό ανέλαβε σημαντικό επιχειρησιακό ρόλο και ενισχύθηκε η αντίληψη ότι η Τουρκία έπρεπε να διαθέτει ισχυρή παρουσία όχι μόνο στην ξηρά, αλλά και στη θάλασσα.
Τα επόμενα χρόνια, οι εντάσεις μεταφέρθηκαν με μεγαλύτερη ένταση στο Αιγαίο.
Η Τουρκία και η Ελλάδα διαφώνησαν και εξακολουθούν να διαφωνούν για ζητήματα όπως η υφαλοκρηπίδα, η οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών, ο εναέριος χώρος και το καθεστώς ορισμένων νησιών.
Η τουρκική πλευρά υποστηρίζει ότι η αναγνώριση εκτεταμένων θαλάσσιων ζωνών στα ελληνικά νησιά θα περιόριζε υπέρμετρα την πρόσβασή της στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η συγκεκριμένη θέση αποτελεί βασικό στοιχείο της τουρκικής επιχειρηματολογίας, αλλά δεν συνιστά ουδέτερη αποτύπωση του διεθνούς δικαίου ή των ελληνικών θέσεων.
Η κρίση των Ιμίων, γνωστή στην Τουρκία ως κρίση Kardak, το 1996 έφερε τις δύο χώρες στα πρόθυρα ένοπλης σύγκρουσης.
Στην τουρκική στρατηγική αφήγηση, η κρίση αυτή παρουσιάζεται ως απόδειξη ότι το Αιγαίο και η Μεσόγειος δεν αποτελούν απλώς πεδία διπλωματικής αντιπαράθεσης, αλλά κρίσιμους χώρους εθνικής ασφάλειας.
Κατά τη δεκαετία του 2000, η κατάσταση μεταβλήθηκε περαιτέρω.
Η ανακάλυψη σημαντικών κοιτασμάτων φυσικού αερίου στην Ανατολική Μεσόγειο προσέδωσε νέα οικονομική και γεωπολιτική διάσταση στην περιοχή.
Το ενδιαφέρον στράφηκε στην ενεργειακή αξιοποίηση των κοιτασμάτων, ενώ ενισχύθηκαν οι συνεργασίες μεταξύ του Ισραήλ, της Αιγύπτου, της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ελλάδας.
Η Άγκυρα αντιμετώπισε αυτές τις εξελίξεις ως ένδειξη ότι κινδύνευε να μείνει εκτός των νέων ενεργειακών σχεδιασμών.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η έννοια της «Γαλάζιας Πατρίδας» άρχισε να αποκτά μεγαλύτερη προβολή.
Κεντρική μορφή στην ανάπτυξη και προώθηση της συγκεκριμένης στρατηγικής υπήρξε ο Cem Gürdeniz.
Η βασική ιδέα της «Γαλάζιας Πατρίδας» είναι ότι η Τουρκία πρέπει να υπερασπίζεται όχι μόνο τα χερσαία σύνορά της, αλλά και τα θαλάσσια συμφέροντα και τις διεκδικήσεις της.
Σύμφωνα με τους υποστηρικτές της, το ζήτημα δεν περιορίζεται στην αποστολή πολεμικών πλοίων ή στη στρατιωτική παρουσία σε συγκεκριμένες περιοχές.
Οι ενεργειακοί αγωγοί, τα αποθέματα φυσικού αερίου, οι εμπορικές θαλάσσιες οδοί και οι στρατιωτικές ισορροπίες συνδέονται πλέον άμεσα με τον έλεγχο και την αξιοποίηση της θάλασσας.
Ένα από τα σημαντικότερα βήματα αυτής της πολιτικής ήταν το μνημόνιο οριοθέτησης θαλάσσιων ζωνών που υπέγραψαν η Τουρκία και η κυβέρνηση της Τρίπολης στη Λιβύη το 2019.
Με αυτή την κίνηση, η Άγκυρα επιδίωξε να ενισχύσει τη θέση της στην Ανατολική Μεσόγειο και να καταστήσει σαφές ότι δεν προτίθεται να αποδεχθεί τους περιφερειακούς ενεργειακούς σχεδιασμούς χωρίς τη δική της συμμετοχή.
Η συμφωνία αμφισβητείται έντονα από την Ελλάδα και άλλες πλευρές, ενώ η νομιμότητα και η επίδρασή της στις θαλάσσιες οριοθετήσεις αποτελούν αντικείμενο διεθνούς διαμάχης.
Στη συνέχεια, τουρκικά ερευνητικά και γεωτρύπανα άρχισαν να δραστηριοποιούνται στην ευρύτερη περιοχή. Πλοία όπως τα Oruç Reis και Fatih απέκτησαν, πέρα από τον τεχνικό τους ρόλο, και συμβολική πολιτική σημασία, καθώς χρησιμοποιήθηκαν ως μέσα προβολής της τουρκικής παρουσίας και των διεκδικήσεων της Άγκυρας.
Τα τελευταία χρόνια, η «Γαλάζια Πατρίδα» δεν παρουσιάζεται πλέον μόνο ως μια θεωρητική προσέγγιση ή ως μια σειρά χαρτών. Η Τουρκία επιδιώκει να την εφαρμόσει στην πράξη, συνδέοντάς την με την ανάπτυξη των ενόπλων δυνάμεων, τη ναυτική τεχνολογία και την αμυντική βιομηχανία.
Ένα από τα παραδείγματα που προβάλλονται στο πλαίσιο αυτής της στρατηγικής είναι η άσκηση EFES-2026.
Η άσκηση παρουσιάζεται από την τουρκική πλευρά ως μία από τις σημαντικότερες στρατιωτικές διοργανώσεις της, με τη συμμετοχή χερσαίων, αεροπορικών, ναυτικών δυνάμεων και μονάδων ειδικών επιχειρήσεων.
Σύμφωνα με τη σχετική αφήγηση, περιλαμβάνει αμφίβιες επιχειρήσεις, συστήματα αντιμετώπισης μη επανδρωμένων αεροσκαφών, UAV και αμυντικές τεχνολογίες εγχώριας παραγωγής. Η αναφερόμενη συμμετοχή 45 χωρών προβάλλεται ως ένδειξη της διεθνούς στρατιωτικής συνεργασίας της Τουρκίας.
Το μήνυμα που επιχειρεί να εκπέμψει η Άγκυρα είναι σαφές: δεν επιθυμεί να περιορίζεται στην προστασία των ακτών της, αλλά επιδιώκει να αποκτήσει τη δυνατότητα ευρύτερης προβολής στρατιωτικής ισχύος στη θάλασσα.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις επιχειρησιακές δυνατότητες του πλοίου TCG Anadolu. Η χρήση του ως πλατφόρμας για μη επανδρωμένα αεροσκάφη, όπως τα TB-3, προβάλλεται ως ένδειξη ότι η Τουρκία επιχειρεί να υιοθετήσει ένα νέο μοντέλο ναυτικού πολέμου, στο οποίο τα μη επανδρωμένα συστήματα αποκτούν ολοένα σημαντικότερο ρόλο.
Παράλληλα, ο μετασχηματισμός της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας αποτελεί βασικό στοιχείο της στρατηγικής της «Γαλάζιας Πατρίδας».
Ενώ στο παρελθόν η Τουρκία εξαρτιόταν σε αρκετούς τομείς από ξένες προμήθειες, μεταξύ άλλων για πολεμικά πλοία, ραντάρ και οπλικά συστήματα, σήμερα επιχειρεί να ενισχύσει την εγχώρια παραγωγή και την τεχνολογική της αυτονομία. Εταιρείες όπως οι ASELSAN, STM, ROKETSAN και BAYKAR αναπτύσσουν συστήματα που προορίζονται τόσο για τις τουρκικές ένοπλες δυνάμεις όσο και για εξαγωγές.
Τα συστήματα μη επανδρωμένων αεροσκαφών, οι τεχνολογίες αντιμετώπισης drones και τα πολεμικά πλοία εγχώριας σχεδίασης εντάσσονται σε αυτή την προσπάθεια. Στο ίδιο πλαίσιο, ιδιαίτερη προβολή δίνεται στα συστήματα σμήνους KARGU, που αναπτύσσει η STM, καθώς και στις νέες ναυτικές πλατφόρμες που ενισχύουν τις επιχειρησιακές δυνατότητες της χώρας.
Η τουρκική αφήγηση συνδέει, επίσης, τις νομοθετικές και θεσμικές πρωτοβουλίες στον τομέα της άμυνας και της θαλάσσιας ασφάλειας με την εδραίωση της «Γαλάζιας Πατρίδας» ως ευρύτερης κρατικής στρατηγικής. Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, η Τουρκία δεν επιδιώκει πλέον μόνο την ενίσχυση της στρατιωτικής της ισχύος, αλλά και τον συντονισμό της ενεργειακής ασφάλειας, του θαλάσσιου εμπορίου, της κυβερνοασφάλειας και των αμυντικών τεχνολογιών.
Η κεντρική θέση της Άγκυρας είναι ότι, στον 21ο αιώνα, οι συγκρούσεις δεν θα περιορίζονται στα χερσαία σύνορα. Οι ενεργειακοί διάδρομοι, οι θαλάσσιες οδοί, οι υποδομές δεδομένων και τα μη επανδρωμένα συστήματα αναμένεται να διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο στους μελλοντικούς γεωπολιτικούς ανταγωνισμούς.
Αυτή είναι η βασική ιδέα που επιχειρεί να προωθήσει η τουρκική προπαγάνδα μέσα από το αφήγημα της «Γαλάζιας Πατρίδας»: ότι η θαλάσσια ισχύς αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εθνική ασφάλεια, την οικονομική ανάπτυξη και τη διεθνή επιρροή της Τουρκίας.
Έτσι, ένα ερευνητικό ή γεωτρητικό πλοίο στην Ανατολική Μεσόγειο, μια στρατιωτική άσκηση στο Αιγαίο ή ένα πολεμικό πλοίο εγχώριας κατασκευής παρουσιάζονται ως τμήματα ενός ενιαίου στρατηγικού σχεδίου και όχι ως μεμονωμένα γεγονότα.
Το τελικό μήνυμα της συγκεκριμένης αφήγησης είναι ότι η Τουρκία, έπειτα από μια μακρά περίοδο κατά την οποία φέρεται να είχε παραμελήσει τη θαλάσσια διάσταση της ισχύος της, επιστρέφει δυναμικά στη θάλασσα.
Αυτό, όμως, είναι το αφήγημα της τουρκικής προπαγάνδας. Η παρουσίασή του δεν πρέπει να συγχέεται με την αποδοχή των τουρκικών διεκδικήσεων ως νόμιμων ή τεκμηριωμένων. Η «Γαλάζια Πατρίδα» αποτελεί στρατηγική και πολιτική αντίληψη της Τουρκίας, η οποία συνδέεται με υπαρκτούς γεωπολιτικούς ανταγωνισμούς, αλλά και με αμφισβητούμενες θαλάσσιες διεκδικήσεις που επηρεάζουν άμεσα τις σχέσεις της με την Ελλάδα και την Κυπριακή Δημοκρατία.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών